(Άλλη μια ιστορία με καύλες, αλκοόλ και χασίς)

Εχθές ήρθε μια φίλη μου σπίτι που γουστάρω πολύ την παρέα της…

Είχε έρθει για να δει κάτι στο ίντερνετ επειδή δεν έχει Η/Υ και να τα πούμε.

Εγώ ήμουνα μόνο με μια βερμούδα και τίποτα από κάτω. Αυτή φορούσε μια πολύ καλοκαιρινή μπλούζα με ραντάκι και τζιν παντελόνι ενώ  στο λαιμό της φορούσε ένα μακρύ κολιέ με γαλάζια κοχύλια που ήταν περασμένο διπλή φορά κι έτσι όπως κρεμότανε στο μπούστο της και της χάιδευε τα βυζάκια, τόνιζε τη γυναικεία φύση της και προκαλούσε τις ορμές μου τόσο που η βερμούδα μου άρχισε φουσκώνει από τον ασυγκράτητο και αχόρταγο πούτσο μου  που είχε, όπως φαίνεται, άγριες διαθέσεις. Οι γονείς μου ήταν μέσα, τις άνοιξε η μάνα μου. Εγώ έπαιζα κιθάρα με πολύ βρώμα στον ενισχυτή και πολύ δυνατά ενώ είχα ξεκουρδίσει σε “ρε” για να ακούγεται ακόμα πιο βαρύς ο ήχος μου κι έτσι δεν την άκουσα που ήρθε. Όταν μπήκε λοιπόν στο δωμάτιο συνέχιζα να παίζω τα χαρντκοράδικα ριφάκια μου κι αυτή με παρατηρούσε. Μετά άφησα την κιθάρα για να ασχοληθώ μαζί της. Μπήκαμε λοιπόν στο ίντερνετ και την άφησα για λίγο να κάνει τη δουλειά της ενώ της έβαζα τραγούδια για να δουλέψει πιο ευχάριστα. Πότε—πότε της αποσπούσα την προσοχή για να της διαβάσω κάποιο ποίημα της Κατερίνας Γώγου ή του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα και μετά έβαζα παλιά κομμάτια από Σιδηρόπουλο, Λάκη Παπαδόπουλου και Αριστείδη Μυταρά (γιος του ζωγράφου αλλά πολύ καλός μουσικός). Σε άσχετες στιγμές της έδινα κάνα φιλάκι στο λαιμό ή τα χείλη της για να την εξιτάρω και να της αποσπάσω την προσοχή. Το ξέρω πως την καύλωνα αλλά μου έκανε πως αντιστέκεται κι αυτό γιατί υποτίθεται πως κάτι συμβαίνει με κάποιον άλλο και… ξέρεις τώρα, μαλακίες. Έχω όμως τον τρόπο μου. Κάποια στιγμή μπαίνει η μάνα μου μέσα και μου φέρνει το τηλέφωνο. Ήταν ένας φίλος μου. Η Εβελίνα  κρατούσε ένα κουτάκι σόδα—παγωμένο ενώ εγώ έπινα κλασικά τις μπίρες μου. Ενώ μιλούσα, για να με πειράξει, ακούμπαγε το παγωμένο κουτάκι σόδα στην κοιλιά μου κι εγώ τσίτωνα. Ακούγοντας τη φωνή μου να αλλάζει διακυμάνσεις, ο φίλος μου, με ρωτάει: «τι έχουμε… γατούλα, γατούλα;». Ναι, του απαντάω και θέλει παιχνιδάκια… Μετά από λίγο κλείσαμε να με αφήσει με την γατούλα μου.

Εγώ λοιπόν που είχα φρεσκοξυρισμένα αρχίδια και κοντοκουρεμένο το πάνω μέρος του πούτσου μου, θέλησα να της το δείξω να μου πει αν της αρέσει έτσι. «όχι, όχι, δεν θέλω να το δω» μου λέει και γυρνάει από την άλλη μεριά. Στην ιδέα και μόνο, το μαρκούτσι μου είχε αρχίσει να καυλώνει πάλι. Μόλις λοιπόν γυρνάει να με ξανακοιτάξει εγώ κάνω να της το δείξω πάλι. «Κοίτα» της λέω, «δεν θέλω να σου δείξω τον πούτσο μου, το ξύρισμα μόνο να δεις, να μου πεις αν σου αρέσει» Κι έτσι κατεβάζω τη βερμούδα και της το δείχνω ενώ το γυρνάω από όλες τις μεριές για να καταλάβει πόσο το έχω ξυρίσει. Της αρέσει αλλά μου λέει πως στο πάνω μέρος θέλει περισσότερη τρίχα γιατί τονίζει την αρρενωπότητα μου.

Έχω καταστρώσει σχέδιο, αν και ξέρω πως με τους γονείς μου μέσα δύσκολα θα γίνει κάτι παραπάνω. Μπορούμε όμως να το διασκεδάσουμε μέχρι εκεί που μας παίρνει ή και λίγο παραπάνω… ότι κάτσει. Μετά βλέποντας την κιθάρα, της λέω «έλα να σε βγάλω μια φωτογραφία με την κιθάρα. Είναι μια morris που μοιάζει με κάποιο παλιό μοντέλο της Gibson και έχει το χρώμα του ξύλου—είναι πολύ όμορφη κιθάρα. Χρησιμοποιούμε το κινητό της για τη φωτογραφία γιατί δεν είναι εύκαιρη φωτογραφική μηχανή. Την τραβάω κάνα δύο φώτο με την κιθάρα και μετά της λέω να με τραβήξει αυτή, αλλά γυμνό με την κιθάρα. Πετάω λοιπόν τη βερμούδα μου και φοράω την κιθάρα στον ώμο. Ποζάρω έτσι με την κιθάρα να κρέμεται και στο τελείωμα της να περισσεύει ο ταυραντωμένος  και πάντα ορεξάτος πούτσος μου. Δεν ξέρω κατά πόσο είναι αισθησιακή αυτή η εικόνα, αλλά μόλις την είδα, μου φάνηκε κάφρικη… Εγώ με άγριο ύφος, με τα γένια μου και τα μαλλιά κάτω, γυμνός, την κιθάρα και τον πούτσο μου να περισσεύει από κάτω, σα να λέω «όποια κι αν είσαι, τώρα “τη γάμησες!!!”»

Συνεχίσαμε να βγάζουμε φωτογραφίες. Μετά την προκάλεσα να βγάλει μόνο τον πούτσο μου για να δω πως φαίνεται έτσι ξυρισμένος στο φακό. Κανονικά σε στύση όπως πάντα, ποζάρω επιδεικτικά καμαρώνοντας για αυτό μου το μεγαλείο. Εκείνη δεν κρατιέται και μου κάνει επίθεση χουφτώνοντας μου τα αρχίδια και φιλώντας με καυλιάρικα στο στόμα. Γαμώτο, αν λείπανε οι γονείς μου θα την είχα γαμήσει, αλλά δεν μπορεί  να γίνει κάτι τέτοιο με τους γονείς μου μέσα. Δεν έχει σημασία, καλά περνάμε κι έτσι. Μετά άρχισα να χοροπηδάω εδώ κι εκεί και να φωνάζω:

«Είμαι σάτυρος και χορεύω γύρω σου με τα τραγίσια πόδια μου και την ψωλή μου πάντα καυλωμένη—σε προσκαλώ! Έλα στο χορό μου κι εσύ, και δεν θα χάσεις! Έλα! Έλα! Έλα!…».

Κι εκείνη να μου λέει πως έχω ξεφύγει αλλά να γουστάρει τρελά, κι εγώ να συνεχίζω να χοροπηδάω και να κάνω κατακόρυφους, σβούρες και ακροβατικά—να μη θέλω να ντυθώ με τίποτα! Την αγκάλιαζα, την φίλαγα κι ακουμπούσα το πέος μου πάνω της. Μου αρέσει πολύ να την τρελαίνω έτσι…

Τέλος πάντων, έπρεπε να φύγουμε κάποια στιγμή αφού, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες.

Εγώ είχα να πάω σε ένα φίλο για να βγούμε κι αυτή σπίτι της για ύπνο γιατί μου είχε έρθει πιωμένη από ούζα στην Πειραϊκή όπου είχε πάει με την παρέα της. Με πέταξε μέχρι το σπίτι του φίλου μου, με καληνύχτισε και μου υποσχέθηκε να μου στείλει τις φωτογραφίες που τραβήξαμε μέσω  e-mail.

Φτάνοντας στον φίλο μου με περίμενε ένα μεγάλο τσιγάρο με χασίς πρώτης ποιότητας. Το πίνουμε και ξεκινάμε να πάμε στο μαγαζί που δούλευε η κοπέλα του όπου εγώ συνεχίζω με μπίρες κι αυτός με ουίσκι. Ήμουνα κομμάτια—μεθυσμένος, γλυκά μαστουρωμένος και με κάτι απίστευτες καύλες. Τα είπαμε. Η κοπέλα του είναι από την Αγγλία και τον τελευταίο καιρό δεν τα πηγαίνανε και τόσο καλά. Τα είπαμε και με την κοπέλα του. Είναι και οι δυο εκκεντρικοί (όπως όλοι μας άλλωστε…) και γαμώ τα άτομα. Ήπια τις μπίρες μου και αποχώρισα, λιώμα για το σπίτι, σέρνοντας το σώμα μου μετά βίας ως την πιάτσα ταξί. Έφτασα σπίτι, έβαλα να δω μια τσόντα και μετά πέθανα στον ύπνο γυμνός όπως ήμουνα στο καναποκρέβατο με το χέρι μου να αγγίζει  το πιο ευαίσθητο σημείο του σώματος μου.

Οι γονείς μου θα φεύγανε το πρωί κι εγώ έπρεπε να προετοιμαστώ για την επόμενη μέρα που θα είχα το σπίτι ελεύθερο.  Δε θα μου τη γλίτωνε…

Μοιχάλης Μοίχος

*Από το βιβλίο «Μπουρδολογίες Ενός Σάτυρου»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s