Το Χαλί
24 Απρ 2012 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:χαλί
Πριν στάξει στο χαλί και η τελευταία σταγόνα λογικής από το μυαλό του άρρωστου σκύλου, γύμνωσε τα δόντια του και δάγκωσε με λύσσα το πόδι του κοριτσιού. Εκείνη ούρλιαζε από τον πόνο καθώς το τετράποδο ζώο έκανε δικό του ένα κομμάτι φρέσκιας σάρκας από τη γάμπα της. Μόλις το ματωμένο πόδι ελευθερώθηκε από τα σουβλερά δόντια του θηρίου, το κορίτσι το κλώτσησε τόσο δυνατά, που έκανε το κτήνος να πετάξει και να προσγειωθεί απότομα πίσω από τον καναπέ, ανοίγοντας το κεφάλι του στον τοίχο . Εκεί πίσω, μέσα σε ένα ξεχασμένο ανθοδοχείο, βρισκόταν μια μεγάλη ποσότητα από τη χαμένη λογική του ζώου. Άνοιξε με τα μπροστινά του χέρια ακόμα περισσότερο το κεφάλι του και με το μυαλό του ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα λογικής που του έλειπε. Η κοπέλα κλαίγοντας σπαραχτικά από τον πόνο, είχε κουλουριαστεί σε μια γωνία και με μια παλιά πετσέτα προσπαθούσε να σταματήσει το αίμα που έσταζε και λέρωνε το αγαπημένο της χαλί. Ο σκύλος, γεμάτος λογική και αγάπη, την πλησίασε και εκείνη τον έβαλε στην αγκαλιά της και χάιδευε το ματωμένο του κεφάλι. Άνοιξε τότε το στόμα του και της έδωσε πίσω το κομμάτι σάρκας που της έλειπε. Η κοπέλα το πείρε και το τοποθέτησε πίσω στη θέση του.
Όταν χτύπησε αργότερα την πόρτα το αγόρι, η κοπέλα κοιμόταν στο χαλί της και ο σκύλος άνοιξε την πόρτα. Μπαίνοντας χαιρέτησε το σκύλο και τον πείρε στην αγκαλιά του. Το ζωντανό του διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Καθησύχασε τον σκύλο και του είπε να μην στενοχωριέται αφού τώρα όλα είχαν πάει στη θέση τους και για το χαλί δεν πειράζει. Πήγε πάνω απ την κοπέλα και της χάιδεψε στοργικά τα μαλλιά. Ήταν στενοχωρημένος για ότι είχε συμβεί στην κοπέλα και στο χαλί, αλλά προσπάθησε να το κρύψει. Εκείνη όμως μυρίστηκε τον οίκτο του και ξύπνησε. Όρμισε στο αγόρι αιφνιδιάζοντας το και του δάγκωσε το μάγουλο μέχρι που τα πάνω δόντια να ενωθούν με τα κάτω και ένα κομμάτι του αγοριού να καταλήξει στο άδειο στομάχι της κοπέλας, αμάσητο. Τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος δάκρυσε από παράπονο και όχι από πόνο. Η πληγή στο πρόσωπο του αιμορραγούσε άσχημα, λερώνοντας τα ρούχα του και ακόμα περισσότερο το χαλί. Η κοπέλα δακρυσμένη και αυτή τον κοίταζε στα μάτια και του είπε… μόλις γίναμε ένα. Τότε αγκαλιάστηκαν σιωπηλά και άρχισαν να γελάνε δυνατά.
Γιώργος Μικάλεφ
Μια γενιά ανδρών μεγαλωμένη από γυναίκες
12 Σεπ 2011 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:ιωσηφ

“Essentially I’m an animal, so what do I do with all the aggression?”
Gnarles Barkley
Στάθηκε ακίνητη για μερικά δευτερόλεπτα και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Συνήθως χτυπούσε το πόδι της στο πάτωμα ή έπαιζε με κάποιο στυλό ανάμεσα στα δάχτυλά της. Κουβαλούσε μια νευρικότητα με τον ίδιο τρόπο που μια καμήλα περιφέρει στην έρημο την καμπούρα της. Ακόμα και το στήθος της φούσκωνε συχνά παίζοντας με την αναπνοή της. Δεν ήταν όμως μια τέτοια συγκυρία η τωρινή. Έπρεπε να επιστρατεύσει όλα της τα όπλα. Όπλα που έφεραν σφραγίδα παλιά. Ζωσμένα με γονίδια έτοιμα να ανατιναχτούν στα μούτρα του άτυχου νεαρού. Όπλα που έσωσαν τη μά
να και τη γιαγιά της σε ανάλογες περιπτώσεις. Τότε που έπρεπε να κρατήσουν το σπιτικό ακόμα και αν ο παππούς ήταν ένας ανίκανος μέθυσος. Ακόμα και αν ο μπαμπάς είχε μια αδυναμία στο σωματείο αεροσυνοδών. Έτσι και τώρα. Επαγγελματική ανέλιξη μωρό μου, έχω και καριέρα να κοιτάξω.
Σαν αρπακτικό έμεινε ακίνητη μπροστά στο νέο της θήραμα. Δεν το είχε κυνηγήσει ποτέ πριν. Αλλά είναι εποχή πείνας. Ό,τι βρεις το κυνηγάς. Έτσι δεν είναι; Αλλά τί ωραία τρίχωμα! Πόσο όμορφα μάτια! Θεέ μου πόσο νόστιμη θα ήταν η σάρκα του! Το μόνο συναίσθημα που προσπαθούσε επίπονα να κρύψει ήταν η αηδία της σε αυτό που πρέσβευε ο νεαρός ποιητής. Δεν το κατάφερνε μάλλον. Την κυρίευε ανασφάλεια. Όχι. Δεν το πρόσεξε εκείνος. Δεν την κοίταξε ούτε μια φορά στα μάτια όσο συζητούσαν. Ούτε στη φωνή της έδινε σημασία, είχε φύγει για αλλού πριν να ξεκινήσει αυτή η κουβέντα. Στο μυαλό του αποτυπώνονταν νέες λέξεις, ανήκουστες και λανθασμένες. Νέες νότες, πρωτότυπες και ενοχλητικές. Νέοι δρόμοι, απάτητοι και χωμάτινοι. Μπορεί να ανακάλυπτε νέα, έβδομη αίσθηση μέχρι να τελειώσει η συνέντευξη. Δικαιώμά του ήταν. Αυτή ήρθε ακάλεστη.
-Ας γυρίσουμε πίσω στα παιδικά σας χρόνια τώρα, του είπε με ενδιαφέρον υποκριτικό αλλά πετυχημένο. Πολλοί αναγνώστες σας θα ήθελαν να μάθουν πώς πλάστηκε (και τόνισε την λέξη σαν την έγραφε με γιώτα) και γαλουχήθηκε η τέχνη του να μιλάτε τόσο εύστοχα σε έμμετρο λόγο.
-Προηγουμένως με ρωτήσατε ποια είναι η άποψή μου για την τωρινή κοινωνική και πολιτική κατάσταση, είπε (και άφησε μια παύση να αιωρηθεί πριν να τελειώσει τη φράση του) ενώ σας είπα ότι ούτε το παρελθόν με ενδιαφέρει (και πάλι κενό δευτερολέπτων) και σαφώς ούτε το παρόν με εξιτάρει. Παρόλα αυτά θα απαντήσω στις δυο σας ερωτήσεις, με μια απάντηση. Με τον τρόπο αυτό (και εδώ την κοιτάζει για πρώτη φορά στα μάτια) κάνω και οικονομία, που τόσο ποθητή λέξη έχει γίνει (η παύση εδώ καταντά ενοχλητική) ώστε να την φτύνουν όλοι μέσα από τα στόματά τους ασυλλόγιστα.
-Δε χρειάζεται να γίνεστε προκλητικός, του μίλησε με μια υπόνοια συμβουλευτικής σοφίας να γυαλίζει στη υγρή της γλώσσα. Άλλωστε το μόνο που θέλησα από εσάς είναι να μου σχολιάσετε
την αντίδραση του καθημερινού ανθρώπου απέναντι στην οικονομική κρίση και στις λανθασμένες πολιτικές επιλογές. Ακόμη και αν είστε άνθρωπος των γραμμάτων και ασφαλής πίσω από τις στοίβες των βιβλίων σας (έτσι για να μην ξεχνιόμαστε, ανασφαλές, σπυριάρικο αγόρι) σίγουρα θα παρατηρήσατε το κίνημα που δημιούργησαν αρκετοί αγανακτισμένοι πολίτες της χώρας μας.
Ούτε της έδινε σημασία. Δεν τον είχαν προσβάλει τα λόγια της. Στο σχολείο κάποτε τον κρέμασαν στις τουαλέτες από το σώβρακο και τον έφτυναν ομαδικώς κάτι νταήδες. Πιο δύσκολο είναι να καθαριστεί λεκές στο σώβρακο από κάτουρα και σκατά ώρες ξεραμένα, παρά να επουλώσεις μια λεκτική πληγή. Ναι, η νόνα είχε δίκιο. Πόσο θα ήθελε να την είχε τώρα εδώ. Θα την άφηνε να μιλάει με τις ώρες στη θέση του. Και θα τον έβγαζε από τον κόπο μιας ανούσιας συνέντευξης και θα την απολάμβανε να αρθρώνει με πάθος τα κάτουρα και τα σκατά. Δυστυχώς η νόνα διάλεξε το δρόμο τον ανήθικο, με μπράντι, κουτσομπολιό και τον κύριο Τάσο, που είχε αντοχές γορίλα, αν με πιάνεις αγόρι μου. Δεν έζησε περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν. Γνώρισε μόνο τα καλά. Ας είναι. Άνοιξε το στόμα του και μίλησε χωρίς να κάνει ούτε μια παύση, σε σημείο όπου έπιασε απροετοίμαστη τη μάχιμη δημοσιογράφο της αλήθειας και του πνεύματος.
-Το 1999 ο πατέρας μου με πήρε στο σινεμά να δούμε τη μεταφορά ενός μυθιστορήματος αμερικάνικου. Ήταν η ιστορία ενός χαρτογιακά υπαλληλίσκου που γάβγιζε όπως ήθελε το αφεντικό του, μέχρι που γνώρισε έναν άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή του. Η νωθρότητα και η αϋπνία αντικαταστάθηκαν από το αίμα και το σαπούνι. Στην ταινία αυτή υπάρχει μια σκηνή που δεν μπορώ να ξεχάσω. Ξεκινά με την κάμερα να μπαίνει αργά και κάπως κλεφτά στην τουαλέτα του χαρτογιακά, όπου τον βρίσκουμε να χαζεύει ένα περιοδικό, ανοιχτό στην κεντρική σελίδα και γυρισμένο κατακόρυφα. Δεν επρόκειτο για περιοδικό με πονηρό περιεχόμενο (η νόνα δε θα το έλεγε ποτέ έτσι, ακούγομαι σαν καμιά μιξοπαρθένα, σκέφτηκε) αλλά για διαφημιστικό περιοδικό της ΙΚΕΑ. Απορροφούσε τις προσφορές και ορεγόταν τις τιμές ευκαιρίας στα έπιπλα που φωτογραφίστηκαν μόνο για εκείνον. Ειδικά για εκείνον. Ειδικά για εμάς. Ακριβώς στο σημείο αυτό, το πλάνο αλλάζει και βλέπουμε το σπίτι του ανθρώπου γεμάτο αχρηστίες και πεταμένα λεφτά. Η σκηνή αυτή με κλόνισε. Πρώτη φορά σκέφτηκα πόσο εγκλωβισμένοι είμαστε σε αυτό που αποκαλούμε σπιτική φωλίτσα και πόσο ανίκανοι στεκόμαστε μπροστά σε μια φουσκωμένη τσέπη.
-Αναφέρεστε αναμφίβολα στο Fight club, του Φίντσερ μια από τις πλέον συζητημένες ταινίες με διφορούμενες κριτικές και σχόλια, συμπλήρωσε η μικρή ανάφτρα, που πίστευε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να αναδείξει το σινεφίλ προφίλ της. Σα να μην την άκουσε, ο νεαρός ποιητής συνέχισε το μονόλογό του.
-Ποτέ δε με συγκίνησε η πεζογραφία, ακόμα και αυτήν που μεταφέρουν με μαεστρία ικανοί σκηνοθέτες. Αλλά, εδώ είχα μια αποκάλυψη. Πρώτη φορά στη ζωή μου αισθανόμουν φρίκη και οργή για την απάθεια του σύγχρονου ατόμου στο πραγματικό πρόβλημα της εποχής: την πολύπλευρη κατάπτωση του ατόμου πρώτα και μετά της κοινωνίας. Πολλοί είδαν την εν λόγω ταινία, ελάχιστοι πίστεψαν στην ουσία της. Οι κριτικοί που αναφέρατε, παγιδεύτηκαν στην ανάδειξη του ανδρικού σώματος, στη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία και το μισογυνισμό. Οι δε θεατές συγκράτησαν μόνο τις παράνομες λέσχες, όπου ημίγ
υμνα νταβραντισμένα αγόρια παλεύουν ιδρωμένα. Όχι δεσποινίς. Δεν πέρασε αυτό η ταινία σα μήνυμα και ούτε θα μπω στον κόπο να αναλύσω κρυμμένα νοήματα. Θα πω μόνον τούτο: ο άνθρωπος πρέπει να ιδρώσει, να ματώσει και να σπάσει αν θέλει να κερδίσει τη θέση του στον κόσμο. Κανείς φύλακας άγγελος δεν τον προστατεύει όταν οι “κακοί πολιτικοί” τον εκμεταλλεύονται. Κανένα σύστημα δεν τον κοροϊδεύει, όσο συνεχίζει να αυνανίζεται με διαφημίσεις τραπεζών και κατασκευαστικών. Μόνος πρέπει να ανέβει. Μόνος πρέπει να γιατρευτεί. Μόνος πρέπει να σκοτώσει. Δεν αρκούν οι διαδηλώσεις, οι φωνές και οι άστοχες απειλές. Αυτά γεμίζουν απλώς δελτία ειδήσεων και εξιτάρουν αριστερούς εργατοϋπαλλήλους. Έτσι μίλησε και σώπασε.
Της πήρε κάποια δευτερόλεπτα να συγκεντρωθεί και να ηρεμήσει τα ανταριασμένα της σωθικά. Αηδίαζε, όλο και περισσότερο. Αυτό το νεαρό παιδί που κέρδισε στα 25 του τόσα βραβεία ποίησ
ης και τόσες διακρίσεις λογοτεχνικές δεν ήταν παρά ένα αναρχοκομμουνιστάκι που το φούσκωσαν το μυαλό με μπούρδες. Ακόμα και αν η αριστερές εφημερίδες τον είχαν χαρακτηρίσει αλλοπρόσαλλο και τον έθαψαν κριτικά, χαρακτηρίζοντάς τον άμυαλο απολιτικό ον χωρίς ταυτότητα, εκείνη ήταν βέβαιη ότι έρεε αίμα του “Πατερούλη” στις φλέβες του. Ας πέταγε όσο μελάνι ήθελε η ανασφαλής σουπιά. Δε θα την ξεγελούσε. Και ο πατέρας της το ίδιο ήταν. Όλο για πνευματική ανάσταση μίλαγε, για κάποιον Όργουελ και κάτι γουρούνια. Γεμίσαμε κουμμούνια σκέφτηκε και έφτιαξε το κουμπί του ντεκολτέ της. Τότε εκείνος έγειρε προς το μέρος της και όλο νόημα ψιθύρισε:
“Είπα να αλλάξουμε τον κόσμο, με τσεκούρι και φωτιά κι όχι με δυόσμο”
-Μπακούνιν; ρώτησε εκείνη περιπαιχτικά.
-Βλάσης Μπονάτσος, της είπε, χτυπώντας φιλικά το πόδι της. Σηκώθηκε πέρασε τα χέρια του πίσω από την πλάτη και τράβηξε ίσια για την πόρτα. Εκείνη απλώς χάιδεψε τα μαλλιά της και έβγαλε το μικρόφωνο. Η συνέντευξη τέλειωσε.
Σκοτάδι
19 Μαρ 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:σκοταδι, ΤΟ ΚΟΛΟ, εκδοσεις, ιστορια, κατερινα, katerina, storie

Σκοτάδι… περιπλανιέμαι στην πιο κακόφημη περιοχή της πόλης. Γύρω μου βλέπω μετανάστες, πουτάνες, έμπορους, νταβατζήδες, πρεζόνια που ψάχνουν απεγνωσμένα για μια δόση, πιστεύοντας πως θα νιώσουν όμορφα παρόλο που βαθιά μέσα τους ξέρουν πως αργοπεθαίνουν… εγώ συνεχίζω να περπατώ αμέριμνη και αποφεύγω να κοιτάξω τον οποιονδήποτε στα μάτια. Δε θέλω να αντικρίσω τα μάτια τους. Θα δω μια άσχημη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα γεμάτη πόνο. Δεν ξέρω γιατί βγήκα εκείνη τη νύχτα και ειδικά σε αυτή την περιοχή. Δε φοβάμαι. Δε νιώθω τίποτα. Σε περίπτωση που μου επιτεθεί κάποιος έχω ένα μικρό σουγιά που καβάτζωσα πριν φύγω από το πατρικό μου. Αυτό ήταν το μόνο που πρόλαβα- ή σκέφτηκα αν θες – να πάρω. Είμαι μαυροντυμένη για να μη φαίνομαι στο σκοτάδι. Βλέπω άτομα να έχουν όπλο πάνω τους. Ωστόσο με αφήνουν ασυγκίνητη και δε φοβάμαι.
Φίλους δεν έχω. Κάποτε είχα μια φίλη. Μελίνα την έλεγαν. Από τότε που έφυγα από το σπίτι μου την έχασα. Μάλλον καλύτερα που την έχασα. Ίσως να με πλησίαζαν μέσω αυτής. Με κυνηγάει εδώ και κάτι μήνες η αστυνομία για μικροκλοπές και έναν φόνο τον οποίο εγώ διέπραξα για να σωθώ. Προσπάθησε να με χτυπήσει και να με βιάσει. Γυρεύοντας πήγαινε… ο σουγιάς μου έγινε ένα με το απαίσιο και βρώμικο σώμα του 12 φορές περίπου. Αρκετές για να συναντήσει τον δημιουργό του. Η αστυνομία ξέρει το πραγματικό μου όνομα. Κάποιος καριόλης πρέπει να με είδε την ώρα που τον σκότωνα και να με κάρφωσε. Ίσως αν μάθω ποιος είναι να τον κανονίσω.
Μέχρι πριν από αυτό το γεγονός πίστευα πως δεν με ξέρει κανείς (τέλεια κάλυψη). Μετά από αυτό έγινα αρκετά γνωστή… κακό αυτό. Στην πιάτσα ακούγεται πως με αναζητά κάποιος Jameson. Αρκετά γνωστό όνομα στο κεφάλαιο «μαφία». Παραξενεύτηκα. Τι μπορεί να με ήθελε;; φυσικά δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω. Για καλό δεν ήταν και εννοείται πως δεν ήθελα να συνεργαστώ με κανέναν γιατί η ζωή μου έχει μάθει πως ούτε στον κώλο σου δεν πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη. Παρόλο που ήξερα που να τον βρω δεν έκανα τον κόπο να πάω. Δεν με ένοιαζε. Απλά έγινα πιο προσεκτική για να μη μπλέξω. Ήξερα πως θα ήταν κάτι με ναρκωτικά. Δε θέλω να ξαναμπλέξω με αυτό το διάολο. Έφτασα στο χείλος του γκρεμού και παραλίγο να πέσω. Τελευταία στιγμή έκανα πίσω. Ήμουν σε άθλια κατάσταση. Σε μια τέτοια κατάσταση με βρήκε το μουνί που πήγε να με βιάσει και πέθανε.
Μα γιατί να συνεχίζω να ζω έτσι; Μπορώ να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου αλλά για κάποιο λόγο δεν το κάνω. Είναι κάποια δύναμη που με κρατάει.
Το ίδιο πρωί καθώς περπατούσα, παραπάτησα και έπεσα πάνω σε κάποιον και μαζί πέσαμε κάτω. Φάνηκε αρκετά ευγενικός και ήρεμος παρόλο που τον είχα ρίξει κάτω επειδή στραβοπάτησα. Με το πέσιμο ψιλοχτύπησα το πόδι μου. Το κατάλαβε και μου είπε αν είναι να πάμε για έναν καφέ να ηρεμήσω. Φυσικά αρνήθηκα. Ήταν ένας άγνωστος και δεν έπρεπε να μαθευτεί η ταυτότητά μου. Επέμεινε. Τελικά πήγαμε. Εγώ δε μιλούσα πολύ. Τον έλεγαν Νίκο. Υπέθεσα πως είναι ένας απλός άνθρωπος και δεν έχει καμιά σχέση και τίποτα κοινό με εμένα. Όλα αυτά που έλεγε ακούγονταν normal αν και το ένστικτο μου, μου έλεγε πως κάτι πάνω του ήταν ψεύτικο. Τον ακολούθησα. Δεν το πίστευα. Έμενε λίγο παρακάτω από μένα. Ρώτησα και έμαθα πως αυτός ο άνθρωπος δούλευε για έναν μεγάλο έμπορο ναρκωτικών… μάντεψε ποιον… Jameson. Τι να θέλει πια αυτό το μπαστάρδι; Είμαι σίγουρη πως δεν ήρθε τυχαία στο δρόμο μου αυτός ο Νίκος. Σταμάτησα να κυκλοφορώ για ένα διάστημα. Μετά από έναν μήνα που άρχισα να βγαίνω πάλι στην πιάτσα έμαθα πως ο Jameson δολοφονήθηκε. Μάλλον καλύτερα έτσι… έφυγε ένας μπελάς από το κεφάλι μου. Συνεχίζω να περιμένω τα επόμενα γεγονότα στη ζωή μου. Ελπίζω να μη συμπεριλαμβάνουν φόνους, ναρκωτικά, μαχαίρια και βιασμούς…
Back to reality…. 3k
*διαβάστε ακόμα από την Κατερίνα: “πειρασμός=????”
*δημοσιεύτηκε στο έβδομο τεύχος του κώλου
Σαπουνόπε(τ)ρα
19 Μαρ 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:σαπουνοπερα, σαπουνοπετρα, αφροδιτη, αδαμ, αθανατοι, ευα, θοδωρης, ιστορια, thodoris
-Πες μου! Με απάτησες και κοιμήθηκες με αυτή τη γυναίκα?
-Ναι, το ομολογώ! Κοιμήθηκα με αυτή τη γυναίκα!
-Αχ, δεν το πιστεύω ότι κοιμήθηκες με αυτή τη γυναίκα!
-Κι όμως, είναι αλήθεια, κοιμήθηκα με αυτή τη γυναίκα!
-Πως μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό και να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα?
-Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε και κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα.
-Ώστε παραδέχεσαι ότι ήταν λάθος σου που κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα?
-Όχι, δε σ’ αγαπώ, για αυτό κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα!
-Και μου το λες έτσι κατάμουτρα ότι κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα?
-Εμ, αφού κοιμήθηκα με άλλη γυναίκα.
-Ο πόνος μου είναι αφόρητος όμως, επειδή κοιμήθηκες με άλλη γυναίκα.
-Δοκίμασε κι εσύ να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα.
-Όχι, δεν μπορώ να αντέξω τον πόνο και να κοιμηθώ με άλλη γυναίκα. Αλλά θα δέσω μια πέτρα στο λαιμό μου και θα βουτήξω στη θάλασσα.
-Εγώ επιμένω να ξανασκεφτείς το ενδεχόμενο να κοιμηθείς με άλλη γυναίκα. Δε χρειάζεται να φτάσεις στα άκρα.
-Όχι, δεν θα κοιμηθώ με καμία γυναίκα. Ο μόνος εραστής μου θα είναι ο βυθός της θάλασσας. Θα δέσω ένα βράχο στον λαιμό μου και θα πάω να τον ανταμώσω.
-Ο αφρός το νεκροκρέβατό μου, το οποίο θα σέρνουν εφτά σκυθρωπές γοργόνες, που θα βγάζουν μπουρμπουλήθρες από τ’ αφτιά. Και το πιο άσχημο και κακόμοιρο βότσαλο
θα είναι ο αιώνιος τάφος μου. Αντίο Αδάμ….
-Να σου πω, αν οι γοργόνες έχουν μικρά βυζιά δεν έρχομαι στην κηδεία, ξηγημένα πράγματα….
-Άι στο διάολο Αδάμ…
-Ρε Εύα γαμώ, περίμενε, δεν απάντησες στην ερώτησ…
Πλάτς!!!
Ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης αντήχησε σε όλο τον κήπο: Οοοοοοουφ!!
Μυστήριο πράγμα οι γυναίκες. Κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο τραγική η κατάσταση. Η σχέση μας έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Μάλλον ήρθε η ώρα να χωρίσουμε.
Πρέπει να σκεφτώ όμως για να της το φέρω όσο πιο απότομα γίνεται… Τέλοσπαντων, άντε να δούμε πώς θα αυτοκτονήσει και αύριο… Βρε λες να της πω ότι
είμαστε αθάνατοι? Δε γαμιέται, άστηνε να παιδεύεται, πλάκα έχει.
Θοδωρής
*διαβαστε ακόμα τα “ποιήματα” και τα “κείμενα” του Θοδωρή καθώς και τις ιστορίες:
“ο χορός των αρλεκίνων” & “ο δέσμιος του σκότους”
*δημοσιεύτηκε στο κολοτεύχος #7
O ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ ΤΟΥΛΗΣ ΜΕ ΤΟ ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΟΛΥΒΙ
08 Φεβ 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:afro, πουτσου, τρελος, φονικο, ψυχοπαθης, ΤΟ ΚΟΛΟ, αφρο, δολοφονος, εκδοσεις, ελισαβετ, ιστορια, μακ, μηχανικο, μολυβι

Ήταν ίσως μια από τις πιο κρύες νύχτες του χειμώνα στο βόρειο Κάρντιφ. Το παλάτι της Ελισάβετ Μακ Πούτσου, γυναίκα του γνωστού και πλούσιου λόρδου της Τασκένδης Σερ Μακ Πούτσο της μεγάλης οικογένειας Μακ Πούτσιδων, έμοιαζε απόκοσμο και τρομαχτικό… Από τότε που πέθανε ο Σερ Μακ Πούτσος ο 2ος,η βίλα έμοιαζε με νεκροταφείο. Ο μόνος άνθρωπος που είχε μείνει να βοηθάει την πλούσια χήρα, ήταν ένας ξερακιανός και μακρυγένης Τούλης. Ένας άντρας φιλόδοξος, μνησίκακος και τρελά ερωτευμένος με την δις Μακ Πούτσου. Από το πρωί εκείνης της σκοτεινής και μουντής μέρας, η πλούσια χήρα είχε την εντύπωση ότι κάποιος την παρακολουθεί… Με την αισθησιακή και ξινή φωνή της φώναξε «Τούύύύύύύληηηηηηη!!!!!» Πέρασαν 2 δευτερόλεπτα και ο Τούλης έσκασε μύτη. «Τι θα θέλατε κυρία?» είπε και ρουθούνισε καθώς η μακρουλή, μυτερή και τριχωτή μύτη του ανεβοκατέβαινε… «Είναι 10και2, που είναι το τσάι??? Άργησες 2 ολόκληρα λεπτά!!!» αποκρίθηκε εκείνη. «Τσάι θες μωρή?Ελα ρούφα την τουλίπα μου!!!». Η πλούσια, αθώα, Μακ Πούτσου καθώς δεν γνώριζε τι σημαίνουν αυτά που είπε ο Τούλης, επανέλαβε «Το τσάι μου γρήγορα!» μόνο όταν αυτός έβγαλε το μεγάλο μηχανικό και μυτερό μολύβι, κατάλαβε τις προθέσεις του… «Τι είναι αυτό το δολοφονικό και αιχμηρό όπλο που έβγαλες από την τσέπη του σμόκιν σου??» είπε η πλούσια χήρα. «θες να λύσεις σταυρόλεξο, Τούλη?». «Ναι, θα λύσω σταυρόλεξο στο βαθύ λαρύγγι σου!!» είπε ο Τούλης νευριασμένος. «Είδες? Όλα τα καταλαβαίνω… είμαι πολύ έξυπνη… Άμα θες βοήθεια φώναξέ με!!!» είπε. «Ναι θέλω βοήθεια… Λοιπόν, τρελή, κωλόγρια, με πολλά λεφτά που θέλει κάποιος να την βιάσει και να την καθαρίσει… Με 10 γράμματα» είπε αυτός και γυάλιζε το μάτι του. «Κάτσε να σκεφτώ…εεε……10 γράμματα……… Έχει τουρμποκίνητη άμαξα με 10 άλογα όπως εγώ???» ρώτησε η δις Μακ Πούτσου. «Ναι!» απάντησε ο Τούλης… «Έχει αισθησιακή και ξινή φωνή σαν εμένα??» ξαναρώτησε… «Ναι μωρή!!!» ξανά απάντησε εκείνος… «Είναι και χήρα?». «Ναι γαμω την πουτάνα σου!!!».είπε εξοργισμένος ο Τούλης. «Έχει πάει με 100.000 διαφορετικούς άντρες???».«Ναι… Εγώ όμως είμαι έξω από αυτούς.» είπε ο Τούλης. Μετά από πολύ σκέψη αποκρίθηκε η πλούσια Μακ Πούτσου «Αααα!!!Δεν ξέρω για ποια λες!!Δύσκολα μου βάζεις!!!».Τότε, εξοργισμένος ο Τούλης πατώντας μία φορά το μηχανικό μολύβι ΗΒ, της το κάρφωσε στο δεξί της μάτι ξεριζώνοντας το και κόβοντας τα νεύρα του με τα δόντια του… «Ποια να είναι… ποια να είναι…» συνέχισε να αναρωτιέται εκείνη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Τούλης της κάρφωσε το μηχανικό μολύβι στο αφτί με αποτέλεσμα 8 κιλά κολλώδες πύον να πεταχτεί στο καινούριο σμόκιν του Τούλη. «Νομίζω ότι ξέρω ποια είναι… Μίλα μου όμως από το αριστερό αυτί γιατί δεν ακούω καλά…» αποκρίθηκε εκείνη… Λυσσασμένος ο Τούλης φώναξε «Εσύ είσαι!!!!!!!» ενώ κάρφωνε το μολύβι στο δεξί μαστό της με αποτέλεσμα πιτσιλιές γάλατος να εκσφενδονιστούν πάνω στο ήδη γεμάτο πύον σμόκιν του Τούλη… Τότε ο Τούλης της καρφώνει και το δεύτερο μολύβι στην κοιλιά με αποτέλεσμα να της ξεριζώσει τα εντόσθια και να χυθούν στο πάτωμα… Μια λίμνη αίματος δημιουργήθηκε γύρω από το ανοιγμένο και πλέον νεκρό σώμα της Μακ Πούτσου… «Γαμώτο! Πρέπει να το πάω στο καθαριστήριο τώρα!!!!» είπε ο Τούλης και την αυνάνισε με το μηχανικό του μολύβι… Τρείς μήνες μετά… αφού το χιόνι έλιωσε… η τραβεστί γειτόνισσα πήγε να κεράσει την γριά μηλόπιτα… Βρήκε την γριά νεκρή… Μια κάρτα απεριόριστων πλυσιμάτων του καθαριστηρίου της γειτονιάς με το όνομα Τούλης, μια ταυτότητα και ένα πιστοποιητικό γεννήσεως του Τούλη και στο μαγνητόφωνο του δωματίου ακουγόταν το εθνικό λαϊκό άσμα «Την σκότωσα γιατί την αγαπούσα»… Η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να διαλευκάνει την υπόθεση………
By Afro
διαβάστε και “την όλο βλάβες Λολίτα”
*δημοσιεύτηκε στο τεύχος #4 που μπορείται να κατεβάσετε από εδώ
“ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΟΥΡΑΝΟΣ”
20 Ιαν 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:corfu, σπυρος, ΤΟ ΚΟΛΟ, ανθρωπος, εκδοσεις, ουρανος
Παραπατώ. Σκοτάδι. Φεγγάρι χαμένο στον πάτο του μπουκαλιού του κύριου Δ. Μιζέρια. Τι έχω να χάσω. Τα πάντα έμοιαζαν ξένα απόψε. Μα πιο πολύ αιμορραγούσε η αγάπη. Η αγάπη. Χα! Ο κύριος Δ γέλασε μέσα στη μέθη του. Όλα ψέματα απ’το πρώτο χαμόγελο στο τελευταίο δάκρυ για την πιο γλυκιά ανάμνηση που γεννά φρικτές μνήμες. Οι περαστικοί πνιγμένοι στη λήθη περιγελούσαν τον κύριο Δ. Ένα κύριο που διάλεξε να γίνει ουρανός. Μάταιος κόπος, καθώς όλοι του έκοβαν τα φτερά. Πόσο θλιβερό ένας ζωντανός άνθρωπος στον κόσμο των νεκρών. Θλιβερό και ελπιδοφόρο συνάμα. Θα καταφέρει να αναστήσει κάποιον ή θα πεθάνει κι αυτός; Κάποιος δήθεν εύσπλαχνος στην υποτιθέμενη προσπάθειά του να βοηθήσει, τον παροτρύνει να του εξιστορήσει τα γεγονότα με τη σειρά. Ένα δάκρυ σιωπηρά κύλησε απ’το μάτι του Δ.-του πρώην κυρίου-. Ένα τόσο παρανοϊκό γέλιο που καταντούσε ασθενικό. Σειρά; Ψιθύρισε. Δεν υπάρχει σειρά, δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει αγάπη. Μεθυσμένα λόγια, αλλά τόσο αληθινά. Τυφλοί ακροβάτες είστε όλοι, του λέει ο Δ., που ισορροπείτε σε τεντωμένο σκοινί πάνω από κύματα τσιμέντου, και το κοινό σας… Χα. Το κοινό σας προκειμένου να σκοτώσει την ανία του παρακαλάει να πέσετε… Το κοινό σας γαμιέται μέσα σε μια τουαλέτα ενός κλαμπ, έχοντας ρουφήξει γραμμάρια κοκαΐνης. Είσαι χαρούμενος, λοιπόν; Ποιος είναι η πουτάνα, σίγουρα όχι η γυναίκα που πουλά το κορμί της για να ζήσει. Εσύ είσαι. Συμβιβασμένε. Πήγαινε να κοιμηθείς. Αύριο το πρωί δουλεύεις. Χτυπάς κάρτα. Όχι δεν είμαι τρελός. Απλά έχω ξυπνήσει. Δεν ξέρεις τι λες άνθρωπε μου, είπε διστακτικά με τρεμάμενη φωνή ο συνομιλητής. Μάταιος κόπος είπε ο Δ.
Ξημέρωσε. Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ. Ένιωθε ένοχος. Κανείς δεν παίρνει την ευθύνη των πράξεων του, κι έτσι την επωμίζεται όλη αυτός. Κοίταξε απ’το παράθυρό του τον ουρανό που ήταν πυκνοκατοικημένος από σύννεφα νευριασμένα έτοιμα να ξεσπάσουν σε ένα ανοιξιάτικο μπουρίνι. Πήρε ένα βιβλίο απ΄την βιβλιοθήκη. Ήταν σκονισμένο. Όχι από απλή σκόνη αλλά από μνήμες. Το φύσηξε. Μάταιος κόπος. Βραδυκίνητες αναμνήσεις πεισματάρες δεν έλεγαν να φύγουν απ’το μυαλό του, απ’το βιβλίο. Το άφησε στην άκρη. Ήταν φοβισμένος. Γυρνάει και μου λέει ότι ο κόσμος είναι ψέμα. Το κοίταξα σιωπηλός και περίλυπος. Δε μπορούσα να του αλλάξω γνώμη. Αυτό το ήξερα, κι έτσι δεν προσπάθησα. Πήρε ένα άλλο βιβλίο, το οποίο βρισκόταν μόνο του, σχεδόν ταλαιπωρημένο πάνω σε ένα ράφι. Τσαλακωμένο. Πρέπει να ήταν του Κάφκα. Δε θυμάμαι πλέον, έχει περάσει καιρός. Αυτό το βιβλίο μου λέει είμαι εγώ. Δεν καταλάβαινα. Το πήρε και διάβαζε ως τη νύχτα. Αργότερα κατεβήκαμε απ’το σπίτι του, και κάναμε μια βόλτα στην πόλη. Όχι σε όλες τις περιοχές. Μόνο στις κακόφημες. Ο κόσμος φοβάται. Φοβάται τον τοξικομανή, τον ξένο, τον άρρωστο. Είναι ομοφοβικοί οι άνθρωποι μου λέει. Φοβούνται μόνο όσους είναι ίδιοι με αυτούς, γι’αυτό τους αποφεύγουν. Γι’αυτό αποφεύγουν τους εαυτούς τους. Με καληνύχτισε και έφυγε με ταχύ βηματισμό. Θα γίνω, μουρμούριζε, ναι θα γίνω.
Το επόμενο πρωί πήγα στο διαμέρισμά του. Δεν τον βρήκα εκεί. Έκανα τον γύρω τις πόλης. Τον βρήκα στο πιο απρόσμενο μέρος. Σε ένα καφέ που μαζεύονταν πλούσιοι κύριοι, και ακριβοντυμένες κατίνες οι οποίες κοιτούσαν μόνο ψηλά. Ποτέ αριστερά ή δεξιά. Ίσως τις εμπόδιζαν οι παρωπίδες. Ξάφνου είδα τον Δ. Με προσκάλεσε. Ήταν πάντα φιλικός μαζί μου. Ακόμα αναρωτιέμαι το γιατί. Ήταν ντυμένος με το ίδιο σακάκι εδώ και ένα μήνα. Η ανάσα του μύριζε ουίσκι. Όνειρα, μου είπε. Είμαι παλιάτσος. Είμαι ένας κλόουν που διασκεδάζει τους νεκρούς. Μα με ανοιχτά μάτια, μονολογούσε δυνατά. Παραληρούσε. Όλα τα βλέμματα είχαν καρφωθεί πάνω του. Οι κύριοι ενοχλημένοι κάλυπταν την βρωμιά τους καλώντας την αστυνομία να έρθει να συλλάβει τον διαφορετικό. Τι ήταν; Ένα αυτόνομο πιόνι στη σκακιέρα. Οι κυρίες έκλειναν την μύτη τους για να αποφύγουν τη δυσοσμία του Δ. Φοράτε μάσκες οξυγόνου για να αναπνεύσετε, φώναζε ο Δ. με μακρόσυρτη λεπτή φωνή, σχεδόν σαν τσιρίδα. Μάσκες οξυγόνου όμως στις νεκροκεφαλές σας. Θα γίνω. Γίνε και συ. Σίγουρα το σκέφτηκες. Σίγουρα. Αγάπησε το μαύρο, αγάπησε το ξένο, αλλά πρώτα αγάπησε εσένα το λευκό, το λευκό του νεκρού και άσε τα φωτεινά χρώματα για αύριο, για πάντα. Όσο για μένα διαλέγω το γκρι. Πότε μαύρο, πότε άσπρο. Γίνε και συ. Εγώ θα γίνω ουρανός. Πάντα ήθελα. Γίνε και συ. Όχι ουρανός. Γίνε αστέρι, γίνε χάος, γίνε μηδέν, γίνε τα πάντα. Στο χέρι σου είναι. Από δω και μπρος θα ‘μαι πάντα από πάνω σας. Θα σας ξυπνάω και θα σας κοιμίζω, είπε κάπως βραχνά και ξεψύχησε. Ευτυχώς, βροντοφώναξαν όλοι οι θαμώνες. Πάει ο τρελός. Εγώ όμως το ήξερα ότι έγινε. Όχι απλά έγινε, αλλά έγινε ουρανός. Μου το είχε πει. Δε μπορεί να έλεγε ψέματα.

Τώρα εσύ αναγνώστη, μην θρηνήσεις για τον Δ. τον τρελό, τον τσαρλατάνο, αλλά αν και λίγο απλά τον ένοιωσες και αγάπησες, Γίνε και συ, Γίνε ότι ονειρεύεσαι.
διαβάστε και άλλη μια ιστορία του Σπύρου εδώ
*δημοσιεύτηκε στο έκτο τεύχος του περιοδικού Το Κόλο
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΡΛΕΚΙΝΩΝ
20 Ιαν 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:των, χορος, ΤΟ ΚΟΛΟ, αρλεκινων, εκδοσεις, θοδωρης, ο
Θυμάμαι να είχα κοιμηθεί… είμαι σίγουρος… σε κάποια φάση, σαν να ξύπνισα από μια βαθιά νάρκη, βρέθηκα όρθιος να περιφέρομαι στο κατασκότεινο δωμάτιό μου…τι σκατά…τι κάνω εγώ τώρα εδώ;…τι υποτίθεται ότι κάνω;;; και τότε εμφανίστηκαν, άσπρα σημάδια αρχικά, μετά άρχισαν να παίρνουν σχήμα, μετά σώμα…τώρα χορεύουν γύρω μου… σκοτεινές φιγούρες στριφογυρίζουν γύρω μου και τραγουδούν ρυθμούς που μάθανε στην κόλαση…αρλεκίνοι…νόμισα ότι είναι ψεύτικοι, ηλίθια δημιουργήματα της άρρωστης φαντασίας μου…πλησιάζω έναν και ακουμπώ την παλάμη μου στην άσπρη μάσκα του, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να εξαφανιστεί…Κι όμως, δεν φεύγουν! Το χέρι μου αγγίζει μια γλιστερή, παγωμένη επιφάνεια…γελάει! Γελάνε όλοι τους! Δεν μπορεί! Δεν μπορεί να είναι αληθινοί! Τσιρίζω σαν κοριτσάκι…Τώρα ξαναπιάνουν το χορό και το τραγούδι τους και με τραβάνε μαζί τους. Με παρασέρνουν στο ξέφρενο καρναβάλι…γύρω γύρω…παράξενο, το δωμάτιό μου δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλο…μου προσφέρουν μια μάσκα και τη φοράω…φέρτε μου κι ένα καπέλο…να γίνω αρλεκίνος σωστός…
Ωραία, τώρα καλύτερα… Γνωστοί πλέον οι ρυθμοί…ξέρω μέχρι και τα λόγια…Πώς γίνεται αυτό δεν ξέρω… Τώρα μόνο να τραγουδώ ξέρω και να στριφογυρίζω…γύρω γύρω…ελάτε όλοι στο χορό γαμώ τη λογική σας…γύρω γύρω…
Και το σκοτάδι κατάπιε το τρελό κοπάδι των χορευτών δίνοντας το σκήπτρο στο φως και την περιορισμένη ανθρώπινη λογική που λίγα βλέπει, λίγα πιστεύει και πάρα πολλά αγνοεί… Ρώτα όποιον θες, θα σου πει ότι η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη…Και πώς το ξέρει? Εγώ λέω ότι είναι αληθινή… Όμως εγώ έχω δει και ξέρω… Και μη νομίσεις ούτε στιγμή ότι η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη…Δεν θες να δεις τι υπάρχει κάτω από τη μάσκα… Συνέχισε αν θες να μην πιστεύεις, μέχρι το βράδυ που θα τους ακούσεις να σε καλούν κι εσένα στο χορό τους…
Come on, little boy
move your fucking ass
come join the harlequins
in our crazy dance!
(οι αρλεκίνοι δεν ξέρουν ελληνικά!!!)
Θοδωρής

*από το πέμπτο τεύχος του περιοδικού ΤΟ ΚΟΛΟ
Μια φορά κι έναν καιρό…
10 Ιαν 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:corfu, σπυρος, τρομοκρατες, ΤΟ ΚΟΛΟ, εκδοσεις, κι εναν καιρο, μια φορα, tromokrates
Μια φορά κι έναν καιρό σε κάποιον άλλο κόσμο, που καμία σχέση δεν έχει με τον δικό μας συνέβησαν τα εξής:
Ήταν νωρίς το πρωί όταν ο Νίκος σηκώθηκε να πάει στη δουλειά του. Δεν μπορούσε να λείψει γιατί θα την έχανε αν δεν παρουσιαζόταν. Τα δάνεια κόντευαν να τον πνίξουν, η πρώην γυναίκα του ζητούσε ολοένα και πιο μεγάλη διατροφή. Οδηγούσε αμέριμνος. Πέρασε με το αυτοκίνητο του μπροστά απ’την πλατεία.” Παλιά υπήρχαν δέντρα εδώ, τώρα φύτρωσαν κάμερες” λέει στον εαυτό του. “Δεν πειράζει που τα έκοψαν όλα πάντως, τουλάχιστον μπορώ να βρω πάρκινγκ.”
Φτάνει με κάποια λεπτά καθυστέρηση στη δουλειά του. “Ο διευθυντής ζήτησε να σε δει” του είπε βιαστικά η γραμματέας καθώς έτρεχε για να πάει για ψώνια στο νέο μεγάλο εμπορικό κατάστημα που άνοιξε στην περιοχή. Ο Νίκος ένιωθε πνιγμένος.” Τι να θέλει τώρα?” σκεφτόταν από μέσα του.
Μπαίνει στο γραφείο. Ο διευθυντής όταν τον βλέπει κουμπώνει το παντελόνι του, δένει τη ζώνη του και διώχνει τις γυμνές υπαλλήλους του. “Καλώς τον” λέει με ευδιάκριτη ειρωνεία. “Γιατί άργησες? Ξέρεις καλά ότι τα θύματα (όπως συνήθιζε να λέει τους καταναλωτές των προϊόντων του) ολοένα και αυξάνονται. Το ίδιο και οι απαιτήσεις μου από σένα. Το τσιπάκι σου έδειξε ότι δεν εργάζεσαι αρκετά για να πλουτίσω περισσότερο, και ότι δεν ακολούθησες κατά γράμμα τις εντολές που σου έδωσα για το πώς να ζεις. ΑΠΟΛΥΕΣΑΙ.”

Ο Νίκος γύρισε σπίτι. Άνοιξε την τηλεόραση. Ήταν απαραίτητη για κάθε σπίτι. Ακόμη και τα παιδιά στο σχολείο καλλιεργούσαν το πνεύμα τους μέσω αυτής. Είδε κάποιους μεσσίες, οι οποίοι έταζαν πράγματα στον κόσμο αλλά ποτέ δεν τηρούσαν τις υποσχέσεις τους. Δεν καταλάβαινε ποτέ όμως πως εκλέγονταν πάντα αυτοί. Ο μεσσίας ενός κόμματος μίλαγε για την πάταξη της τρομοκρατίας. Οι τρομοκράτες έσπασαν πάλι μία τζαμαρία ενός πολυεθνικού καταστήματος και έγραψαν συνθήματα στον τοίχο. Καταστρέφουν τον κόσμο υποστήριξε ο μεσσίας.
Κυριακή πρωί. Ο Νίκος σηκώθηκε για να πάει στην εκκλησία να παρακαλέσει τον Θεό να τον σώσει και να αναστήσει τη καημένη τη μητέρα του που πέθανε πέρσι. Πηγαίνει στην εκκλησία προσεύχεται και φιλάει κάποιες ζωγραφιές σε ξύλο. Πιθανώς πίστευε ότι θα τον βοηθήσουν να συνεχίσει τη ζωή του. Μόλις φεύγει απ’το ιερό για εκείνον μέρος κατά λάθος χτυπάει το κεφάλι του σε κάποια εικόνα και του φεύγει το τσιπάκι. Ένιωσε για λίγα δευτερόλεπτα να ξεθολώνει το μυαλό του και να βλέπει καθαρά ότι ζει σε μία απάτη. Συνειδητοποιεί όμως ότι οι παρευρισκόμενοι στην εκκλησία τον είδαν σαν παρείσακτη απειλή. Αυτός άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει απ’το οργισμένο πλήθος . Δύο στενά πιο κάτω τον άρπαξε ένα χέρι. Ήταν τρομοκράτης. Δεν τον φοβόταν όμως. Σιγά-σιγά μαζεύτηκε όλη η ομάδα τρομοκρατών και του εξήγησε τα σχέδιά της. Αυτός δέχτηκε να τους βοηθήσει.
Αργά το βράδυ πηγαίνει με τους συντρόφους τους στη βουλή. Από αυτό το κτήριο δίνονταν εντολές στα τσιπάκια. Αφού μπήκαν αθόρυβα μέσα κατέβασαν τον διακόπτη που τα έθετε σε λειτουργία.
Μέσα σε μία ώρα είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία ένας μανιασμένος όχλος. Οι μεσσίες που κυβερνούσαν επιστράτευσαν κάποιους παράξενους τρομοκράτες. Τους αποκαλούσαν αστυνόμους. Δεν ήταν σαν εμάς. Φορούσαν κράνος και όχι κουκούλα και ήταν οπλισμένοι με θανατηφόρα όπλα και όχι πέτρες και ξύλα όπως εμείς. Όταν τους επιτέθηκαν πολλοί οπισθοχώρησαν και άλλοι έπεσαν νεκροί. Αυτός με κάποια άλλα στελέχη πήγαν στη βουλή. Εκεί είχαν μείνει λίγοι απ’τους αστυνόμους. Αφού τους σκότωσαν γρήγορα μπήκαν μέσα. Έπαθαν έκπληξη όταν είδαν όλους τους μεσσίες να φρουρούνται από μεγάλο αριθμό αστυνόμων. Ο Νίκος είχε πάρει τα μέτρα του. Δεν το είχε πει στους δικούς του. Ήταν ζωσμένος με εκρηκτικά. Ξέφυγε απ’τους αστυνόμους και άρχισε να κυνηγάει κάποιον απ’τους μεσσίες που μόλις τον είδε άρχισε να τρέχει πανικόβλητος. Έφτασαν σε ένα μικρό δωμάτιο. Όταν αντίκρισε το πρόσωπό του είδε ότι ήταν ο μεσσίας του αριστερού κόμματος. Άκουγε πυροβολισμούς. Οι σύντροφοί του σίγουρα είχαν πέσει. Ο μεσσίας του πρόσφερε μια θέση στην εξουσία και μεγάλο αριθμό χρημάτων. Αυτός το σκέφτηκε λίγο. Απάντησε” Ούτε ένας από σας δεν πρέπει να μείνει ζωντανός”. Και ακούγεται μια έκρηξη απ΄το κτήριο της βουλής. Κανείς δεν πρέπει να έμεινε ζωντανός.
Την αυγή το σύστημα είχε πέσει. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Κάποιοι έπρεπε να θυσιαστούν. Οι τρομοκράτες. Εκείνο το πρωί όλα τα λεφτά μαζεύτηκαν στην πλατεία και τα έκαψαν για να ζεσταθούν οι φτωχοί. Τα αστυνομικά τμήματα γκρεμίστηκαν και έγιναν παιδικές χαρές. Παντού φυτεύτηκαν δέντρα. Οι τράπεζες έγιναν ιδρύματα και οι εκκλησίες σχολεία. Όλες οι τηλεοράσεις καταστράφηκαν. Η βουλή τέλος έγινε χώρος για να γίνονται συναυλίες και εκδηλώσεις. Πλέον δεν κυβερνούσε κανείς. Όλοι ήταν τώρα ευτυχισμένοι.
Στους τοίχους γράφτηκε: ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ ΟΛΟΙ-ΟΛΟΙ.
Ο ΔΕΣΜΙΟΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ
10 Ιαν 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:του σκοτους, ΤΟ ΚΟΛΟ, δεσμιος, εκδοσεις, θοδωρης
κι όσοι από σας νομίζετε ψεύτικη την ιστορία αυτή
περιμένετε λίγα χρονάκια, ώσπου να επαληθευτεί
Kάποια στιγμή νομίζεις ότι όλα τελείωσαν. Και τότε η ζωή σπεύδει να σε διαψεύσει. Όλα καταρρέουν. Νιώθεις μόνος. Αβοήθητος. Ψάχνεις κάποιον να σε σηκώσει. Να σου δώσει το χέρι. Να σου μιλήσει. Να μιλήσει αληθινά όμως. Νιώθεις τόση δυστυχία, εδώ και χρόνια. Αρχίζεις να τη συνηθίζεις. Τώρα σου αρέσει! Δε σε ενοχλεί. Την αγαπάς. Αγαπάς την αρρωστημένη αυτή κατάσταση.
Κάποιος που είναι στο σκοτάδι για χρόνια, αυτό που λαχταρά περισσότερο είναι το φως. Κι όμως, όταν κάποιος ανοίξει την πόρτα της φυλακής του, και το φως ορμητικό, κατακλύζει το δωμάτιο, δεν μπορεί να το αντέξει. Κλείνει τα
μάτια του γιατί πονάνε. Θέλει πίσω το σκοτάδι του.
Έτσι, κάποια στιγμή έρχεται αυτός που περίμενες πολύ καιρό πριν. Άργησε αλλά ήρθε. Θέλει να σου ανοίξει τα μάτια. Να σου δείξει το δρόμο, να σου διδάξει τα μυστικά του φωτός. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο, θέλεις το σκοτάδι σου, το αγαπάς πλέον. Κι έτσι τον διώχνεις. Διώχνεις το μοναδικό πλάσμα που ενδιαφέρεται για σένα. Όμως, αυτό το πλάσμα που δεν το έχεις ξαναδεί στη ζωή σου, αν και είναι συνεχώς δίπλα σου, σε αγαπάει. Και δεν φεύγει. Επιμένει να σε σώσει.
Αν δεν δώσεις στο φυλακισμένο το σκοτάδι του γρήγορα, τα μάτια του καταστρέφονται. Έτσι, τυφλώνεται.
Κι έτσι, ο φίλος σου σου δείχνει το φως. Προσπαθεί να σε σώσει με όλη του τη δύναμη. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο πονάς. Η Αλήθεια είναι σαν καρφιά που καρφώνονται στο σώμα σου. Και εσύ τότε τρελαίνεσαι, χάνεις τα λογικά
σου. Τώρα βλέπεις μόνο ένα τέρας να σε τοξοβολεί με φωσφορίζοντα φαρμακερά βέλη.
Τώρα ο φυλακισμένος, τυφλός πλέον, ορμά εναντίον του άγνωστου εισβολέα. Κλείνει την πόρτα με μανία. Τώρα είναι και οι δυο στο σκοτάδι. Έχει πλεονέκτημα. Του επιτίθεται, τον σκοτώνει, και αφήνει το σκοτάδι να καλύψει τα ίχνη του εγκλήματος.
Όχι άλλο φως, τσιρίζεις. Τότε βγάζεις μια πολεμική κραυγή και επιτίθεσαι στο τέρας. Είναι ασύγκριτα δυνατότερο αλλά δεν αντιστέκεται. Αφού σε αγαπάει. Τα χέρια σου σφίγγεις γύρω από το λαιμό του και σε λίγο είναι νεκρό.
Όμως, το σώμα του φεγγοβολεί και το σκοτάδι δεν μπορεί να καλύψει τα ίχνη αυτού του εγκλήματος. Πρέπει να γίνει το φως σκοτάδι. Πώς όμως; Μα φυσικά! Φωτιά! Και φτιάχνεις έναν τεράστιο βωμό στα έγκατα της αβύσσου. Εκεί πάνω τοποθετείς τον φωτεινό άγγελο και ανάβεις τη φωτιά. Και το φως έγινε σκοτάδι, τα φτερά του έγιναν στάχτη και τα χρυσαφιά μαλλιά του έγιναν καπνός. Τώρα είσαι ελεύθερος να ζήσεις στο σκοτάδι σου.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι μόλις πέθανες.
Θοδωρής
*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού
Η ΟΛΟ ΒΛΑΒΕΣ ΛΟΛΙΤΑ
09 Ιαν 2010 Γράψτε ένα σχόλιο
by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΚΟΛΟ in "STORIES" Ετικέτες:afro, ΤΟ ΚΟΛΟ, αφρο, βλαβες, εκδοσεις, λολιτα, μεξικο
Ήταν ένα πρωινό στο Μεξικό όπου ο ήλιος ξεχνάει να δύσει… Οι πρωταγωνιστές μας κάθονται και πίνουν καφέ στην βεράντα του διώροφου σπιτιού τους… Όταν η Λολίτα ρωτάει τον Χόρχε αν ήθελε ένα πλούσιο πρωινό εκείνος της απαντά κοιτάζοντας την στα μάτια τα οποία λαμπύριζαν στο φως του ήλιου «Ναι, Λολίτα»… Η Λολίτα σαγηνευμένη τρέχει στην κουζίνα να φτιάξει το πλούσιο πρωινό του Χόρχε. Όπως έτρεχε, είχε ξεχάσει ότι είχε κλείσει την τζαμαρία και έτσι έπεσε επάνω της με αποτέλεσμα ένα γυαλί να πέσει στο χέρι της και να το κάνει κομμάτια… Ο Χόρχε χωρίς να καταλάβει τίποτα, φώναζε «Μωρή Λολίτα, κόκαλα έχουν τα νάτθοθ??».Και εκείνη απάντησε «Όχι Χόρχε, μιθό λεπτό μόνο!!» χωρίς να θέλει να καταλάβει τίποτα ο Χόρχε, η Λολίτα προσπαθούσε να κολλήσει πάλι το χέρι στον ώμο της. Όταν δεν έβρισκε άκρη, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάτι για να κολλήσει το χέρι της, πήγε τρέχοντας στο γραφείο του Χόρχε και βρήκε συρραπτικό και άρχισε να χτυπάει το χέρι της με μανία… Γεμάτη αίματα, φτάνει στην βεράντα και λέει στον Χόρχε με δάκρυα στα μάτια «Χόρχε… είδα μια κατθαρίδα θτο θυρτάρι του γραφείου θου!!!».Τότε, ο Χόρχε νευριασμένος λέει στη Λολίτα «Μωρή τεμπέλα πάλι κθέχαθες να βγάλειθ έκθω το πθώφιο ποντίκι??» Και τότε η Λολίτα απάντησε «Όχι Χόρχε μάλλον θα φταίει ο πθωφιος αθβός…» Τρέχει ο Χόρχε επάνω και βλέπει την κατσαρίδα στο συρτάρι… Άνοιξε τα μάτια τόσο πολύ που οι βολβοί των ματιών του πετάχτηκαν έξω και ούρλιαξε «Λολίίίίίίίταααααααα!!!!!!!». Όταν εκείνη με ένα χέρι του απάντησε «Χόρχε?». Κατεβαίνει ο Χόρχε σαν μανιασμένος ψάχνοντας απεγνωσμένα την Λολίτα… Εκείνη είχε κρυφτεί στο ντουλάπι που είχαν για να βάζουν τα παπούτσια τους. Η Λολίτα, τρομαγμένη καθώς ήταν, είχε ξεχάσει ότι το χέρι της έτρεχε αίμα και όπου πήγαινε άφηνε μικρές στάλες αίματος… Τότε ο Χόρχε ανοίγοντας το ντουλάπι βρίσκει την Λολίτα με το κομμένο χέρι και την τραβάει έξω από τα μαλλιά. Με το τράβηγμα αυτό ο Χόρχε ξερίζωσε όλα τα μαλλιά της με αποτέλεσμα να μείνει καραφλή. Άρχισε να την χτυπάει μανιωδώς στο κεφάλι ρωτώντας την γιατί η κατσαρίδα κυκλοφορούσε στο συρτάρι του γραφείου του… Καθώς την χτυπούσε στο κεφάλι όλα της τα δόντια έπεσαν στο πάτωμα του διώροφου σπιτιού… Η Λολίτα γεμάτη αίματα φώναζε «Χοθέέέέέέ Αρμάάάάντοοοο» Τότε ένας άντρας μικροσκοπικός μπαίνει μέσα στο δωμάτιο του τρόμου κλαίγοντας για την Λολίτα… Με το ντουφέκι του στον ώμο πυροβολεί με κλειστά μάτια και πετυχαίνει τη Λολίτα στο πόδι. Από το ουρλιαχτό και το χάος που επικρατούσε στο δωμάτιο έσπασε το τύμπανο της Λολίτας και έτσι έμεινε κουφή από το δεξί αυτί… Ο Χοσέ Αρμάντο από τον πανικό του πυροβολούσε όποιον έβρισκε μπροστά του με αποτέλεσμα να σκοτώσει τον Χόρχε, να σκοτώσει τον πιτσαδόρο που έφερνε την πίτσα, να σκοτώσει την γκόμενα του Χόρχε που ήταν κρυμμένη στην ντουλάπα με τα ρούχα, να σκοτώσει την κατσαρίδα και να πετύχει τη Λολίτα στο αριστερό μάτι… Η κουλή, καραφλή, φαφούτα, κουτσή, κουφή και πλέον τυφλή Λολίτα, πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα σε ηλικία 99 ετών… Και από τότε έζησαν αυτοί καλά (όσοι σώθηκαν δηλαδή)και εμείς καλύτερα….
By afro
*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος

























