Mea culpa και έπειται συνέχεια
14 Ιουν 2011 Γράψτε ένα σχόλιο

Βγήκα από την αίθουσα μπερδεμένος, απογοητευμένος, συγχυσμένος. Ένα μόνιμο βουητό μέσα μου. Μένω μετέωρος. Όχι, πατάω στο έδαφος αλλά κάτι έχει ανατραπεί. Προσπαθεί ο θυμός να βγει από μέσα μου ή μια νέα απογοήτευση ψάχνει δίοδο για τα ενδώτερα διαμερίσματα; Τί να κάνω; Α, βέβαια. Ας ξεκινήσουμε απο την παραδοσιακή λύση και ας αφήσουμε τα αισθήματα να μας κάνουν ζωής φροντιστήριο.
Η όραση δε βοηθά. Έχουν ήδη σχηματιστεί κύκλοι γύρω από τα μάτια. Με ρουφάει η εικόνα. Δε σημαίνει χίλιες λέξεις, ούτε εξηγεί τίποτε. Απλά υπογραμμίζει το αυτονόητο. Μισοξεσκισμένες αφίσσες πολιτικών νεολαίων. Πριν λίγες μέρες είχαμε εκλογές. Ένα ολόκληρο κτίσμα χτισμένο πάνω στη βόλεψη του “έτσι το βρήκα έτσι το αφήνω”. Νέες φάτσες που αυτοπροβλήθηκαν ως σωτήρες, έχουν στα μπαγκάζια τους μια βιασμένη αλλαγή. Βλέπω το αίμα παντού. Βλέπω την αδιαφορία τριγύρω. Εγώ που ερωτεύτηκα τη μάσκα, τη βλέπω μπροστά μου πεσμένη.
Η παλάμη. Απλωμένα τα δάχτυλα. Μικρά είναι, δεν κάνεις για πιανίστας. Κάπου ανάμεσα στο μαύρο και στο άσπρο υπάρχει ένα μικρό κενό. Στην αρχή πιστεύεις ότι μέσα του χωράει μόνο ένα νύχι. Ξάφνου το κενό γίνεται χάσμα και το χάσμα κάλεσμα. Θέλει κότσια αλλά η παραίτηση επαναπροσδιορίστηκε. Τελικά η φυγή σημαίνει δηλία; Κάτι περνάει δίπλα μου, ανάλαφρο και απροσδίόριστο. Αγγίζει ανεπαίσθητα και μιδιάζοντας φεύγει. Δεν σε φτάνω, δε θα σε σκοτώσω σήμερα.
Μυρίζει βούρκος, κινούμενη άμμος και λιμνάζον ύδωρ. Κλείνω τη μύτη, αναπνέω απο το μυαλό. Υπάρχει ένας μικρός χώρος που είναι δικός μας. Δεν έχει κανένας το δικαίωμα να τον παραβιάσει. Καμιά τράπεζα δεν θα τον κατάσχει. Ο ληστής δεν έχει τα μέσα να τον παραβιάσει. Κανένα μάτι δε θα δει από την κλειδαρότρυπά του. Γιατί ενοχλήσε; Επειδή ζούμε σε εποχή που προστάζει διαφάνεια; Τόσοι δημοσιογραφίσκοι που μιλούν για αλήθεια see through σε παρέσυραν; Λοιπόν σου έχω νέα: “I’m not a man of too many faces, the mask I wear is one”. Βαρέθηκα την αλήθεια. Θέλω υποκρισία, ψέμα. Παντρέψου με την ηθοποιΐα, αρκεί να διατηρήσεις τον προσωπικό σου χώρο ασφαλή από εξωτερικές απειλές.
Τα χείλη έχουν σκάσει. Βγαίνει αίμα και το αφήνω να πέσει κάτω. Μικρές κηλίδες. Το έδαφος είναι αλλοιωμένο απο τις πατημασιές αργοπορημένων φοιτητών. Και αν δεν μπεις στην ώρα σου, τί θα σου συμβεί; Πήρες το πτυχίο σου μαζί μου. Και τί καταλάβαμε; Δαγκώνω με δύναμη. Το κοκκινο είναι παρεξηγημένο χρώμα. Το πήραν αγωνιστές, κόμματα και ιστοριογράφοι τοίχων. Τέλος αυτά, νέος κύκλος, νέα χρώματα. Μέχρι τώρα τα χρώματα εξηγούνταν με την εικόνα. Έλα μαζί μου στην προσπάθεια να δώσουμε στα χρώματα γεύση. Τί είπες; Α, βέβαια. Καλά τα καταφέραμε με το κόκκινο, το καφέ να δω πώς θα διορθώσουμε.
Βουίζει η αποτυχία ακόμη στα αυτιά. “Ανεπαρκής”, “αναπέμπεται”, “επανεξετάζεται”. Μα έγραψα τέλεια, είμαι πολύ καλός, χειρότεροι απο μένα τα κατάφεραν ενώ εγώ… Και τότε έρχεται. Ταξίδεψε απο την είσοδο του σπιτιού. Ανέβηκε την ανηφόρα και πέρασε ανάμεσα στην αμυγδαλιά και στους κάδους ανακύκλωσης. Πέρα από τη βιτρίνα του παιχνιδάδικου με το λούτρινο αετό. Περίμενε υπομονετικά το πράσινο, χωρίς φούριες – ήξερε ότι θα ήταν στην ώρα του εκεί. Για τον λόγο αυτό στάθηκε για λίγο έξω από τη σχολική αυλή και χάζευε τα παιδιά να παίζουν μπάσκετ. Ανέβηκε στο αστικό που έγραφε “Αγκαζέ” και έφτασε στο προορισμό του παίζοντας με το χνώτο του στο τζάμι του λεωφορείου. Κατέβηκε την κατηφόρα και με πεταχτά φιλάκια χαιρέτησε τα νυσταγμένα σκυλιά. Με βρήκε στη μετέωρη στάση και πριν να το καταλάβω όρμηξε μέσα μου λέγοντας: “Ain’t no grave can hold my body down”. Συνήλθα και γορτάζοντας την πρώτη μου αποτυχία, ευχαρίστησα αυτόν που γέννησε τα λάθη.
Ιωσήφ Σ.
Σαν road movie
18 Μάι 2011 Γράψτε ένα σχόλιο
in "ΚΕΙΜΕΝΑ", Ιωσήφ Σ. Ετικέτες:road movie

“…even your emotions have an echo in so much space“
Βήμα αργό αλλά κοφτό και σίγουρο. Δεν πας πουθενά αλλά δίνεις την εντύπωση ότι ο προορισμός σε γέννησε. Σαν μύθος, σαν παλιά ιστορία κλειδωμένη σε πατάρι, αδέξια γραμμένη σε βιβλίο φτηνό. Να μεταμορφώνεται ο δρόμος σε ένα τεράστιο στόμα φαφούτικο. Να πετάει έξω τη γερασμένη του γλώσσα (που τόσα έχει γευτεί να κάθονται πάνω της) και να ξερνάει εσένα. Εκεί, ανάμεσα στη χολή και στα σάλια, βρήκες λόγω σβησίματος και διαγραφής.
Σηκώνεσαι γυμνός, ντυμένος μόνο μουσική, λογοτεχνία και κινηματογράφο. Αδιαφορείς πλέον για το στίχο, ό,τι είχαμε να πούμε το είπαμε. Αλλά και να μην το είπαμε δε σε ενδιαφέρει. Ήρθε η ώρα της νότας να μιλήσει. Ας φλυαρήσει μια φορά κι αυτή. Δικαίωμα που κέρδισε και αδυσώπητα εκμεταλλεύεται. Αλλά δε σε φέρνει σε δύσκολη θέση. Επιστρέφοντας στο Λ.Α., φέρνεις νεκρά λουλούδια σε κάποια τυφλή Μαίρυ και αν τα βρεις σκούρα όλο και κάποιος κιθαρωδός θα έρθει να σου φέρει τη παλιά σου γνώριμη. Σε ευχαριστώ, Τζόνυ, για τη μορφίνη. Έχουμε περάσει σε άλλη φάση. Το ξέρεις, μιλάς τόση ώρα στον εαυτό σου. Δεν είναι πια ο Μποντλαίρ ή ο Έλλιοτ αλλά ο Ντύλαν κι ο Μάρλεϋ. Κι ακόμα δεν έδυσε ο ήλιος.
Η πλάτη μπροστά σου σαλεύει ρυθμικά. Τέρμα η πολιτική. Τέλος το κόμμα. Δεν θα ταχθείς σε κανένα σκοπό. Αυτά ταιριάζουν σε άλλους. Η απόφασή σου ταλαντεύεται ακόμα. Έχεις καιρό να το ζυγίσεις. Περπάτα στη θύέλλα τόσων σελίδων, έστω και για πρώτη φορά, με θάρρος. Για ψάξε να δεις τί έχεις μαζί σου. Τη νοησιαρχία του Λασκαράτου για ιδανικό πολίτευμα. Τα τυφλά ηλιοτρόπια του Μέντεζ για άρωμα. Τον Μπακ του Λόντον για φύλακα και φίλο (να παίζει το “φ” σαν αποτυχημένο σφύρηγμα). Αισθάνεσαι μια γαλήνη. Εξηγησέ τη μου. Σου αρέσει να βλέπεις τους άλλους να φανατίζονται στη δουλειά τους και μουσκέυουν τις μασχάλες τους. Εσύ ομώς το ψωμί σου το βγάζεις αλλιώς. Πάντα με καθαρό το παντελονί και μυρωδάτο το γιακά. Εσύ αγγίζεις απαλά σελίδες και αναμένεις κάποιον γραμμικό οργασμό. Η αυτοϊκανοποίηση σε αυτήν τη δουλειά είναι αδύνατη.
Αναρωτιέσαι ακόμα για το “Rosebud” ή γελάς συνωμοτικά ξέροντας ότι το δικό σου το κατέστρεψες οριστικά; Προσπερνάς πλάτες, αισθάνεσαι δρομέας και ετοιμάζεσαι να ιδρώσεις σε κάποιο ανταγωνιστικό τεραίν. Ξάφνου σωπαίνεις. Σταματάς να περπατάς. Συμπεραίνεις ότι η γενιά του ’50 δε σιώπησε αλλά φυμώθηκε. Γιατί τα Κουρέλια ήταν απολιτίκ και ενοχλούν τους πάντες οι τραγουδιστές καταλήξεις λέξεων. Στην εποχή μας χάθηκε το χιούμορ. Ξεπουλήθηκε ο αυτοσαρκασμός. Αν δεν ξαναγυρίσουν στην μόδα… Αφήνεις τη σκέψη μετέωρη. Τί μπορείς να κάνεις γι’ αυτό. Αυτό σε καίει, απλά δεν το παραδέχεσαι. Αυτή είναι η αιτία που περπατάς. Δεν απολαμβάνεις τον περίπατο, τον χρησιμοποιείς για να μιλήσεις σε ανοιχτό κοινό. Σκέφτεσαι. Σκέφτεσαι τόσο που αρχίζει να σου αρέσει η αναισθησία. Αλλά δεν θα τη γευτείς ποτέ. Διάλεξες άλλο μονοπάτι. Τί σου ‘πε ο Ταραντίνο; Είναι μονόδρομος, μωρό μου, μέχρι το γαμημένο το τέλος.
Κι αν αλλάζαμε την ιστορία και δίναμε στο θυληκό το δικαίωμα να εκφραστεί πλειοψηφικά; Πώς θα ήταν μια γυναικοκεντρική ματιά στην κοινωνία, στη λογοτεχνία, στην ιστορία; Θα είχε και πάλι ο φαλλός κεντρική θέση; Κι άλλο αίμα και σπέρμα; Τα μη συμβατικά όπλα; Η μέση Ανατολή; Η τύπισσα δίπλα σου αδιαφορεί. Οπλίζεται με βλέμμα και βήμα. Διεσταλμένες κόρες την ακολουθούν και ο αέρας μύρισε πρόωρη εξπερμάτωση. Και πάλι δε σε αφορά. Διάδηλωση εν όψη και εκλογές υπόψη. Λέξεις που χαραμίζονται και άσκοπη μετατροπή οξυγόνου σε διοξείδιο του άνθρακα. Θυμάσαι τη φάρμα των ζώων και όχι άδικα. Δύο πόδια κακό τέσσερα πόδια καλό.
Έχεις στον ώμο το πανωφόρι σου. Σε εποχές όπου όλοι κλείνονται στον εαυτό τους, εσύ ανοίγεσαι. Δεν είναι εξυπνάδα αυτό. Τάσεις αυτοκτονίας είναι. Έρχονται καιροί στους οποίους θα σε ληστεύουν μέρα μεσημέρι για ένα κομμάτι χαμόγελο. Μετά θα σε σκοτώνουν. Αλλά γι΄αυτό κάνουμε παρέα. Κανένας δεν περιμένει κάτι από εμάς. Δε χρωστάμε σε κανέναν τίποτα. Αν τέλειωνε τώρα, τί θα έκανες; Πώς θα έβλεπες τη ζωή σου; Προσέφερες κάτι στην ανθρωπότητα ή ασχολήθηκες με τον εαυτό σου; Δεν πέφτεις στην παγίδα εσύ. Ξέρεις ότι σωστό δεν υπάρχει. Μη με ρωτάς. Ξέρεις καλύτερα από μένα. Το μόνο που υπάρχει για μας είναι ο δρόμος.
Ιωσήφ Σ.

























